PHOSFOROS

Ο φώσφορος είναι ένα απαραίτητο μεταλλικό στοιχείο το οποίο απαιτείται από κάθε κύτταρο στο σώμα για να λειτουργήσει σωστά. Περίπου το 1% του σωματικού βάρους αποτελείται από φώσφορο και το 80% που υπάρχει στο σώμα μας βρίσκεται στα κόκαλα και στα δόντια. Το άλλο 20% βρίσκεται στους μαλακούς ιστούς, στα όργανα και σε κάθε κύτταρο. Είναι απαραίτητος για τη σωστή ανάπτυξη των οστών και την ομαλή λειτουργία της καρδιάς, των νεφρών και του νευρικού συστήματος. Παρέχει ενέργεια και ζωντάνια επειδή βοηθά στο μεταβολισμό των λιπών και των αμύλων. Επίσης μειώνει τους πόνους της αρθρίτιδας. Ακόμη ο φώσφορος είναι απαραίτητο στοιχείο για τη μυϊκή ανάπτυξη και παίρνει μέρος σε ορισμένες διεργασίες του μεταβολισμού, όπως τη μεταφορά της γλυκόζης, το σχηματισμό φωσφολιπιδίων και το μεταβολισμό των αμινοξέων.
Ο φώσφορος επίσης βοηθά στο να διατηρηθεί η απαραίτητη ισορροπία του οξέων-βάσεων (pH) στο αίμα καθώς λειτουργεί ρυθμιστικά στο σώμα. Τα μόρια του 2,3-διφωσφογλυκερινικό οξύ τα οποία περιέχουν φώσφορο δεσμεύουν την αιμοσφαιρίνη στα ερυθρά αιμοσφαίρια και επηρεάζουν την απελευθέρωση οξυγόνου στους ιστούς του σώματος.
Πηγές. Ο φώσφορος βρίσκεται σχεδόν σε όλα τα τρόφιμα γιατί είναι απαραίτητο συστατικό για κάθε ζωντανό οργανισμό. Τα γαλακτοκομικά προϊόντα και τα ψάρια είναι ιδιαίτερα πλούσια σε φώσφορο. Ο φώσφορος είναι επίσης συστατικό πολλών πολυφωσφορικών πρόσθετων των τροφίμων και μπορεί να βρίσκεται σε πολλά αναψυκτικά με τη μορφή του φωσφορικού οξέος. Ο φώσφορος βρίσκεται με τη μορφή του φυτικού οξέος σε όλους τους σπόρους (φασόλια, μπιζέλια, δημητριακά & καρύδια).
Ημερήσια πρόσληψη. Η προτεινόμενη ημερήσια πρόσληψη RDA που καθορίζεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι στα 800 mg /μέρα. 
Απέκκριση. Ο επιπλέον φώσφορος αποβάλλεται από τα νεφρά.
Απορρόφηση. Ο φώσφορος απορροφάται στο λεπτό έντερο. Η ρύθμιση των επιπέδων του ασβεστίου και του φωσφόρου στο αίμα συσχετίζεται με τη δράση της παραθυρεοειδούς ορμόνης (PTH) και της βιταμίνης D. Μια μικρή πτώση στα επίπεδα του ασβεστίου στο αίμα (π.χ στην περίπτωση περιορισμένης λήψης ασβεστίου) γίνεται αισθητή από τους παραθυρεοειδείς αδένες και έχει ως αποτέλεσμα την αυξημένη έκκριση της PTH. Η PTH προκαλεί αύξηση της μεταβολής της βιταμίνης D στην ενεργή της μορφή (1,25- διυδροξυχολεκαλσιφερόλη, καλσιτριόλη) στα νεφρά. Αυξημένα επίπεδα καλσιτριόλης έχουν ως αποτέλεσμα την αυξημένη εντερική απορρόφηση τόσο του ασβεστίου όσο και του φωσφόρου. Τόσο η PTH όσο και η βιταμίνη D επιδρούν στα κόκαλα, που έχει ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση μετάλλων από τα οστά (ασβέστιο και φώσφορο). Παρά το γεγονός ότι η PTH έχει ως αποτέλεσμα την ελάττωση της αποβολής ασβεστίου μέσω της ουρίας, ταυτόχρονα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της αποβολής φωσφόρου. Η αυξημένη αποβολή φωσφόρου από τα ούρα είναι ευεργετική καθώς επαναφέρει στα κανονικά επίπεδα το ασβέστιο και διότι υψηλά επίπεδα φωσφόρου στο αίμα παρεμποδίζουν την μετατροπή της βιταμίνης D στην ενεργητική της μορφή στα νεφρά. Ορισμένες μελέτες έχουν δείξει ότι διατροφές που περιέχουν μεγάλες ποσότητες φρουκτόζης (20% των συνολικών θερμίδων) έχουν ως αποτέλεσμα την αυξημένη αποβολή φωσφόρου από τα ούρα και ένα αρνητικό ισοζύγιο φωσφόρου.
Ανεπάρκεια. Ανεπαρκής λήψη φωσφόρου έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση αφύσικα χαμηλών επιπέδων φωσφόρου στον ορό του αίματος (υποφωσφαταιμία). Επειδή ο φώσφορος βρίσκεται σε πάρα πολλά τρόφιμα σπάνια παρατηρείται έλλειψή του λόγω διατροφής, η μόνη περίπτωση να εμφανιστεί είναι στα τελευταία στάδια της λιμοκτονίας.
Τοξικότητα.Η πιο επικίνδυνη συνέπεια ενός αφύσικα υψηλού επιπέδου φωσφόρου στο αίμα (υπερφωσφαταιμία) είναι η ασβεστοποίηση μη σκελετικών ιστών με κυριότερα τα νεφρά. Αυτή η απόθεση φωσφορικού ασβεστίου μπορεί να οδηγήσει σε βλάβη των οργάνων. Επειδή τα νεφρά είναι πολύ αποτελεσματικά στο να εξαλείφουν την περίσσεια φωσφόρου από το κυκλοφορικό, η υπερφωσφαταιμία λόγω διατροφής είναι συνήθως πρόβλημα μόνο σε άτομα με βλάβη στα νεφρά (τελικό στάδιο νεφροπάθειας) ή υποπαραθυρεοειδισμό. Όταν η λειτουργία των νεφρών είναι μόνο το 20% της κανονικής μπορεί να προκαλέσει υπερφωσφαταιμία. Περιπτώσεις υπερφωσφαταιμίας έχουν επίσης παρατηρηθεί λόγω αυξημένης απορρόφησης στο έντερο φωσφορικών αλάτων τα οποία λαμβάνονται από το στόμα καθώς επίσης αλλά και λόγω απορρόφησης φωσφόρου με τη χρήση κλύσματος.